discouraged
dis
dɪs
dis
cou
ˈkʌ
ka
raged
rɪʤd
rijd

Ορισμός και σημασία του "discouraged"στα αγγλικά

discouraged
01

αποθαρρυμένος, αποκαρδιωμένος

lacking confidence and enthusiasm 
discouraged definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discouraged
συγκριτικός βαθμός
more discouraged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt discouraged after receiving multiple rejections from job applications. 

Αισθάνθηκε αποθαρρυμένη μετά τη λήψη πολλών απορρίψεων από αιτήσεις εργασίας.

02

αποθαρρυμένος, αποκαρδιωμένος

hindered or made less likely to act due to fear, difficulty, or warning 
Παραδείγματα
High costs have discouraged many students from studying abroad. 

Τα υψηλά κόστη έχουν αποθαρρύνει πολλούς φοιτητές από το να σπουδάσουν στο εξωτερικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store