Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discouraged
01
αποθαρρυμένος, αποκαρδιωμένος
lacking confidence and enthusiasm
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discouraged
συγκριτικός βαθμός
more discouraged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team looked discouraged after losing three games in a row.
Η ομάδα φαινόταν αποθαρρυμένη μετά την ήττα σε τρία παιχνίδια στη σειρά.
02
αποθαρρυμένος, αποκαρδιωμένος
hindered or made less likely to act due to fear, difficulty, or warning
Παραδείγματα
Fear of rejection discouraged her from applying.
Ο φόβος της απόρριψης την αποθάρρυνε να κάνει αίτηση.
Λεξικό Δέντρο
undiscouraged
discouraged
discourage



























