discouraged
Pronunciation
/dɪˈskɝədʒd/, /dɪˈskɝɪdʒd/

Ορισμός και σημασία του "discouraged"στα αγγλικά

discouraged
01

αποθαρρυμένος, αποκαρδιωμένος

lacking confidence and enthusiasm
discouraged definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discouraged
συγκριτικός βαθμός
more discouraged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team looked discouraged after losing three games in a row.
Η ομάδα φαινόταν αποθαρρυμένη μετά την ήττα σε τρία παιχνίδια στη σειρά.
02

αποθαρρυμένος, αποκαρδιωμένος

hindered or made less likely to act due to fear, difficulty, or warning
Παραδείγματα
Fear of rejection discouraged her from applying.
Ο φόβος της απόρριψης την αποθάρρυνε να κάνει αίτηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store