Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discontented
01
δυσαρεστημένος, ανικανοποίητος
having a sense of dissatisfaction due to unfulfilled desires, unmet expectations, or unfavorable circumstances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discontented
συγκριτικός βαθμός
more discontented
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The discontented student struggled to focus on studies, dissatisfied with the lack of support.
Ο δυσαρεστημένος φοιτητής αγωνίστηκε να συγκεντρωθεί στις σπουδές, δυσαρεστημένος με την έλλειψη υποστήριξης.
Λεξικό Δέντρο
discontented
contented
content



























