Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discontented
01
δυσαρεστημένος, ανικανοποίητος
having a sense of dissatisfaction due to unfulfilled desires, unmet expectations, or unfavorable circumstances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discontented
συγκριτικός βαθμός
more discontented
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was discontented with the direction his career was taking and considered a change.
Ήταν δυσαρεστημένος με την κατεύθυνση που έπαιρνε η καριέρα του και σκεφτόταν μια αλλαγή.
Λεξικό Δέντρο
discontented
contented
content



























