Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disconsolately
01
απελπισμένα, απαρηγόρητα
in a way that shows deep unhappiness and a lack of comfort or hope
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She wept disconsolately after hearing the news of his passing.
Έκλαψε απελπισμένα αφού άκουσε την είδηση του θανάτου του.
Λεξικό Δέντρο
disconsolately
disconsolate



























