Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disconsolately
01
απελπισμένα, απαρηγόρητα
in a way that shows deep unhappiness and a lack of comfort or hope
Παραδείγματα
The dog whimpered disconsolately, waiting for its owner to return.
Ο σκύλος κλαψούριζε απελπισμένα, περιμένοντας τον ιδιοκτήτη του να επιστρέψει.
Λεξικό Δέντρο
disconsolately
disconsolate



























