Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to alleviate
01
ανακουφίζω, μετριάζω
to reduce from the difficulty or intensity of a problem, issue, etc.
Transitive: to alleviate a problem or issue
Παραδείγματα
Increased funding will alleviate the strain on public services in the coming years.
Η αυξημένη χρηματοδότηση θα ανακουφίσει την πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες στα επόμενα χρόνια.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
alleviate
γ΄ ενικό πρόσωπο
alleviates
ενεστώτα μετοχή
alleviating
απλός αόριστος
alleviated
παθητική μετοχή
alleviated
Παραδείγματα
Massaging the scalp can alleviate headaches caused by tension.
Το μασάζ της τριχόπτωσης μπορεί να ανακουφίσει πονοκεφάλους που προκαλούνται από ένταση.
Λεξικό Δέντρο
alleviated
alleviation
alleviative
alleviate
allevi



























