Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to alleviate
01
ανακουφίζω, μετριάζω
to reduce from the difficulty or intensity of a problem, issue, etc.
Transitive: to alleviate a problem or issue
Παραδείγματα
Ongoing support programs are currently alleviating the challenges faced by the community.
Τα τρέχοντα προγράμματα υποστήριξης ανακουφίζουν επί του παρόντος τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η κοινότητα.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
alleviate
γ΄ ενικό πρόσωπο
alleviates
ενεστώτα μετοχή
alleviating
απλός αόριστος
alleviated
παθητική μετοχή
alleviated
Παραδείγματα
Listening to calming music can alleviate stress and anxiety.
Το να ακούτε χαλαρωτική μουσική μπορεί να ανακουφίσει το άγχος και την αγωνία.
Λεξικό Δέντρο
alleviated
alleviation
alleviative
alleviate
allevi



























