Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to facilitate
01
διευκολύνω, επιτρέπω
to help something, such as a process or action, become possible or simpler
Transitive: to facilitate a process or action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
facilitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
facilitates
ενεστώτα μετοχή
facilitating
απλός αόριστος
facilitated
παθητική μετοχή
facilitated
Παραδείγματα
The government implemented policies to facilitate foreign investment and economic growth.
Η κυβέρνηση εφάρμοσε πολιτικές για να διευκολύνει τις ξένες επενδύσεις και την οικονομική ανάπτυξη.
02
διευκολύνω, επιτρέπω
to make something happen
Transitive: to facilitate sth
Παραδείγματα
Good planning can facilitate a successful event.
Ο καλός σχεδιασμός μπορεί να διευκολύνει μια επιτυχημένη εκδήλωση.
Λεξικό Δέντρο
facilitated
facilitation
facilitative
facilitate
facility



























