Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Discomfort
01
δυσφορία, δυσκαμψία
an unpleasant physical feeling, like a mild or moderate pain, tightness, irritation, itch, or lack of ease in the body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
discomforts
Παραδείγματα
The minor discomfort of a headache was soon gone after taking some medicine.
Η μικρή δυσφορία από πονοκέφαλο εξαφανίστηκε σύντομα μετά τη λήψη φαρμάκου.
02
δυσφορία, ανησυχία
a feeling of unease, distress, or emotional strain
Παραδείγματα
The criticism created discomfort among the team members.
Η κριτική δημιούργησε δυσφορία μεταξύ των μελών της ομάδας.
Λεξικό Δέντρο
discomfort
comfort



























