Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disadvantaged
01
μειονεκτικός, αποκλεισμένος
(of a person or area) facing challenging circumstances, especially financially or socially
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disadvantaged
συγκριτικός βαθμός
more disadvantaged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The disadvantaged neighborhood lacked access to quality education and healthcare.
Η προβληματική γειτονιά δεν είχε πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση και υγειονομική περίθαλψη.
Λεξικό Δέντρο
disadvantaged
advantaged
advantage



























