Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
directly
01
άμεσα, σε ευθεία γραμμή
in a straight line from one point to another without turning or pausing
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The road leads directly to the town center without any turns.
Ο δρόμος οδηγεί άμεσα στο κέντρο της πόλης χωρίς στροφές.
Παραδείγματα
She directly addressed the concerns raised by the team.
Απευθύνθηκε άμεσα στις ανησυχίες που εκφράστηκαν από την ομάδα.
03
άμεσα, χωρίς μεσάζοντα
without anyone or anything getting in the way
Παραδείγματα
She went directly to the office after the meeting.
Πήγε απευθείας στο γραφείο μετά τη συνάντηση.
04
άμεσα, αμέσως
without any delay; immediately or at once
Παραδείγματα
He responded directly to my question without any pause.
Απάντησε άμεσα στην ερώτησή μου χωρίς καμία παύση.
Directly
01
άμεσα, χωρίς μεσάζοντα
a form of chess played on a board of 81 squares; each player has 20 pieces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
directlys
directly
01
μόλις, αμέσως μετά
as soon as, immediately after
Παραδείγματα
She took her umbrella directly rain started to fall.
Πήρε την ομπρέλα της άμεσα άρχισε να βρέχει.
Λεξικό Δέντρο
indirectly
directly
direct



























