Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Din
01
θόρυβος, κραυγή
an unpleasant and loud noise that could be heard for an extended amount of time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dins
Παραδείγματα
The din of the crowd at the concert was so overwhelming that it almost drowned out the music.
Ο θόρυβος του πλήθους στο συναυλία ήταν τόσο συντριπτικός που σχεδόν έσβησε τη μουσική.
02
θόρυβος, σαματάς
the act of making a noisy disturbance
to din
01
εμφυτεύω, εγκαθιστώ
to force an idea, fact, or lesson into someone's mind through persistent and repeated emphasis
Transitive: to din sth | to din sth into sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
din
γ΄ ενικό πρόσωπο
dins
ενεστώτα μετοχή
dinning
απλός αόριστος
dinned
παθητική μετοχή
dinned
Παραδείγματα
The coach tried to din the importance of teamwork into the players before every game.
Ο προπονητής προσπαθούσε να εμφυτεύσει τη σημασία της ομαδικής εργασίας στους παίκτες πριν από κάθε αγώνα.
02
ηχώ δυνατά, βροντώ με ένταση
to produce a loud, continuous, and resonant noise, often deep or echoing like heavy machinery or artillery
Intransitive
Παραδείγματα
The cannons dinned across the valley during the battle.
Τα κανόνια βρόνταγαν σε όλη την κοιλάδα κατά τη διάρκεια της μάχης.



























