different
Pronunciation
/ˈdɪfɝːənt/

Ορισμός και σημασία του "different"στα αγγλικά

01

διαφορετικός

not like another thing or person in form, quality, nature, etc.
different definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most different
συγκριτικός βαθμός
more different
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The book had a different ending than she expected.
Το βιβλίο είχε ένα διαφορετικό τέλος από αυτό που περίμενε.
02

διαφορετικός, ξεχωριστός

clearly distinct and set apart from the original
Παραδείγματα
The new software operates on a different platform from the previous version, making it incompatible.
Το νέο λογισμικό λειτουργεί σε μια διαφορετική πλατφόρμα από την προηγούμενη έκδοση, κάνοντάς το ασύμβατο.
03

διαφορετικός, ασυνήθιστος

differing from all others; not ordinary
04

διαφορετικός, ξεχωριστός

distinct or separate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store