to differ
di
ˈdɪ
di
ffer
duffer

Ορισμός και σημασία του "differ"στα αγγλικά

to differ
01

διαφέρω, είμαι διαφορετικός

to be different from something or someone 
Intransitive: to differ | to differ from sth
to differ definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
differ
γ΄ ενικό πρόσωπο
differs
ενεστώτα μετοχή
differing
απλός αόριστος
differed
παθητική μετοχή
differed
Παραδείγματα
His opinion on the matter differs significantly from that of his colleagues. 

Η γνώμη του για το θέμα διαφέρει σημαντικά από αυτή των συναδέλφων του.

02

διαφέρω, δεν συμφωνώ

to disagree with someone or to hold different opinions, viewpoints, or beliefs 
Intransitive: to differ on an issue | to differ in a viewpoint
to differ definition and meaning
Παραδείγματα
They differed on the best approach to solving the problem. 

Διέφεραν ως προς την καλύτερη προσέγγιση για την επίλυση του προβλήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store