Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to differ
01
διαφέρω, είμαι διαφορετικός
to be different from something or someone
Intransitive: to differ | to differ from sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
differ
γ΄ ενικό πρόσωπο
differs
ενεστώτα μετοχή
differing
απλός αόριστος
differed
παθητική μετοχή
differed
Παραδείγματα
The results of the experiment differ depending on the variables tested.
Τα αποτελέσματα του πειράματος διαφέρουν ανάλογα με τις μεταβλητές που δοκιμάστηκαν.
02
διαφέρω, δεν συμφωνώ
to disagree with someone or to hold different opinions, viewpoints, or beliefs
Intransitive: to differ on an issue | to differ in a viewpoint
Παραδείγματα
The team members differed in their preferences for the design of the new website.
Τα μέλη της ομάδας διέφεραν ως προς τις προτιμήσεις τους για τον σχεδιασμό του νέου ιστότοπου.
Λεξικό Δέντρο
difference
different
differential
differ



























