Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contrasting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most contrasting
συγκριτικός βαθμός
more contrasting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His behavior at work was contrasting with his behavior at home; he was reserved in the office but outgoing with his friends.
Η συμπεριφορά του στη δουλειά αντιθετούνταν με τη συμπεριφορά του στο σπίτι· ήταν συνεσταλμένος στο γραφείο αλλά κοινωνικός με τους φίλους του.
Λεξικό Δέντρο
contrastingly
contrasting
contrast



























