Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Contretemps
01
μια μικρή διαφωνία
a slight disagreement or an unpleasant event that causes embarrassment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
contretemps
Παραδείγματα
Their evening was interrupted by a minor contretemps over the choice of restaurant.
Το βράδυ τους διακόπηκε από ένα μικρό απρόοπτο γεγονός σχετικά με την επιλογή του εστιατορίου.



























