Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to contravene
01
αντικρούω, αντιτίθεμαι
to go against an argument or statement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
contravene
γ΄ ενικό πρόσωπο
contravenes
ενεστώτα μετοχή
contravening
απλός αόριστος
contravened
παθητική μετοχή
contravened
Παραδείγματα
The evidence clearly contravenes the defendant's testimony.
Τα στοιχεία αντιτίθενται σαφώς στη μαρτυρία του κατηγορούμενου.
02
παραβιάζω, αντιτίθεμαι
to violate an established legal standard, policy, or procedural protocol
Παραδείγματα
Distributing those copyrighted materials online contravened intellectual property law.
Η διανομή αυτών των υλικών με πνευματικά δικαιώματα στο διαδίκτυο παραβίασε το νόμο για την πνευματική ιδιοκτησία.



























