Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to contravene
01
αντικρούω, αντιτίθεμαι
to go against an argument or statement
Παραδείγματα
Her alibi was contravened by video evidence placing her at the scene of the crime.
Η άλλοθι της αντικρούστηκε από βίντεο αποδεικτικά στοιχεία που την τοποθετούσαν στη σκηνή του εγκλήματος.
02
παραβιάζω, αντιτίθεμαι
to violate an established legal standard, policy, or procedural protocol
Παραδείγματα
Altering official documents is a serious offense that would contravene rules of professional conduct for public employees.
Η αλλοίωση επίσημων εγγράφων είναι μια σοβαρή παράβαση που παραβιάζει τους κανόνες επαγγελματικής συμπεριφοράς για τους δημόσιους υπαλλήλους.



























