Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abash
01
ντροπιάζω, συγχύζω
to make someone feel uneasy and ashamed
Transitive: to abash sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
abash
γ΄ ενικό πρόσωπο
abashes
ενεστώτα μετοχή
abashing
απλός αόριστος
abashed
παθητική μετοχή
abashed
Παραδείγματα
The teacher's sharp criticism abashed the student, causing her to lose confidence.
Η απότομη κριτική του δασκάλου σύγχυσε τον μαθητή, προκαλώντας του απώλεια αυτοπεποίθησης.



























