to abash
a
ə
ē
bash
ˈbæʃ
bāsh
awash

Ορισμός και σημασία του "abash"στα αγγλικά

to abash
01

ντροπιάζω, συγχύζω

to make someone feel uneasy and ashamed 
Transitive: to abash sb
to abash definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
abash
γ΄ ενικό πρόσωπο
abashes
ενεστώτα μετοχή
abashing
απλός αόριστος
abashed
παθητική μετοχή
abashed
Παραδείγματα
The teacher's sharp criticism abashed the student, causing her to lose confidence. 

Η απότομη κριτική του δασκάλου σύγχυσε τον μαθητή, προκαλώντας του απώλεια αυτοπεποίθησης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

abashed
abashment
abash
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store