to abase
Pronunciation
/ɐbˈeɪs/

Ορισμός και σημασία του "abase"στα αγγλικά

to abase
01

ταπεινώνω, υποβαθμίζω

to lower someone in rank, prestige, or self‑esteem
Transitive: to abase sb | to abase oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
abase
γ΄ ενικό πρόσωπο
abases
ενεστώτα μετοχή
abasing
απλός αόριστος
abased
παθητική μετοχή
abased
Παραδείγματα
The general 's arrogance was eventually abased by a crushing defeat.
Η αλαζονεία του στρατηγού τελικά ταπείνωσε από μια συντριπτική ήττα.

Λεξικό Δέντρο

abasement
abase
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store