to abase
a
ə
ē
base
ˈbeɪs
beis
abuseabateabrase

Ορισμός και σημασία του "abase"στα αγγλικά

to abase
01

ταπεινώνω, υποβαθμίζω

to lower someone in rank, prestige, or self‑esteem 
Transitive: to abase sb | to abase oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
abase
γ΄ ενικό πρόσωπο
abases
ενεστώτα μετοχή
abasing
απλός αόριστος
abased
παθητική μετοχή
abased
Παραδείγματα
The teacher's harsh words served only to abase the student in front of his peers. 

Οι σκληρές λέξεις του δασκάλου χρησίμευσαν μόνο για να ταπεινώσουν τον μαθητή μπροστά στους συνομηλίκους του.

Λεξικό Δέντρο

abasement
abase
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store