Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diabolically
01
διαβολικά, με διαβολικό τρόπο
in a way that is extremely cruel, harmful, or morally wrong
Παραδείγματα
He diabolically tricked innocent people into giving up their savings.
Εκείνος διαβολικά εξαπάτησε αθώους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις οικονομίες τους.
Λεξικό Δέντρο
diabolically
diabolical
diabolic
diabol



























