Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diabolic
01
διαβολικός
related to evil characteristics such as cruelty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most diabolic
συγκριτικός βαθμός
more diabolic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
morality, character, evil
02
διαβολικός, μακιαβελικός
showing intelligence for deceiving people
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
diabolical
diabolic
diabol



























