Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Diabetic
01
διαβητικός, άτομο με διαβήτη
a person who suffers from diabetes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
diabetics
diabetic
01
διαβητικός
having a health condition marked by an impaired ability to regulate blood sugar levels
Παραδείγματα
The nurse provided diabetic patients with guidance on insulin administration and blood sugar testing.
Η νοσοκόμα παρείχε καθοδήγηση σε ασθενείς με διαβήτη σχετικά με τη χορήγηση ινσουλίνης και τη δοκιμή σακχάρου στο αίμα.
02
διαβητικός
relating to a medical condition characterized by an impaired ability to regulate blood sugar levels
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
medicine, health, condition
Παραδείγματα
Diabetic education programs provide valuable information on self-care practices and lifestyle adjustments.
Τα εκπαιδευτικά προγράμματα για διαβητικούς παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με πρακτικές αυτοφροντίδας και προσαρμογές στον τρόπο ζωής.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
antidiabetic
diabetic
diabet



























