Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alike
01
παρόμοιος, όμοιος
(of two or more things or people) having qualities, characteristics, appearances, etc. that are very similar but not identical
Παραδείγματα
The grandfather shared many alike traits with his grandson, from their mannerisms to their taste in music.
Ο παππούς μοιραζόταν πολλά παρόμοια χαρακτηριστικά με τον εγγονό του, από τις χειρονομίες τους μέχρι τα γούστα τους στη μουσική.
alike
01
με παρόμοιο τρόπο, όμοια
in a way that is similar
Παραδείγματα
The software applications function alike in terms of user interface.
Οι εφαρμογές λογισμικού λειτουργούν όμοια όσον αφορά τη διεπαφή χρήστη.
02
ομοίως, όμοια
used to say that one meant both of the people or things one just mentioned
Παραδείγματα
The classic novel is cherished by young and old readers alike, transcending generations with its timeless story.
Το κλασικό μυθιστόρημα αγαπάται από νέους και ηλικιωμένους αναγνώστες όμοια, υπερβαίνοντας τις γενιές με την διαχρονική του ιστορία.
Λεξικό Δέντρο
alikeness
unalike
alike



























