alike
a
ə
ē
like
ˈlaɪk
laik
alivealine

Ορισμός και σημασία του "alike"στα αγγλικά

01

παρόμοιος, όμοιος

(of two or more things or people) having qualities, characteristics, appearances, etc. that are very similar but not identical 
alike definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The two houses had nearly alike floor plans, with only minor differences in layout. 

Τα δύο σπίτια είχαν σχεδόν όμοια σχέδια ορόφων, με μόνο μικρές διαφορές στη διάταξη.

01

με παρόμοιο τρόπο, όμοια

in a way that is similar 
alike definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
The two paintings look alike, with similar color schemes. 

Οι δύο πίνακες φαίνονται όμοιοι, με παρόμοια σχέδια χρωμάτων.

02

ομοίως, όμοια

used to say that one meant both of the people or things one just mentioned 
Παραδείγματα
The new policy benefits students and teachers alike, improving the overall educational experience. 

Η νέα πολιτική ωφελεί τόσο τους μαθητές όσο και τους δασκάλους ομοίως, βελτιώνοντας τη συνολική εκπαιδευτική εμπειρία.

Λεξικό Δέντρο

alikeness
unalike
alike
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store