Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abandoned
01
εγκαταλελειμμένος, παρατημένος
(of a building, car, etc.) left and not needed or used anymore
Παραδείγματα
The town became abandoned after the factory closed.
Η πόλη έγινε εγκαταλειμμένη μετά το κλείσιμο του εργοστασίου.
02
unrestrained and free from control



























