Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abandoned
01
εγκαταλελειμμένος, παρατημένος
(of a building, car, etc.) left and not needed or used anymore
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most abandoned
συγκριτικός βαθμός
more abandoned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The abandoned house was falling apart.
Το εγκαταλειμμένο σπίτι καταρρέει.
02
αχαλίνωτος, ανεξέλεγκτος
unrestrained and free from control
Παραδείγματα
She danced with an abandoned joy.
Χόρεψε με αχαλίνωτη χαρά.



























