Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deserving
01
άξιος, αξιόλογος
worthy of something, typically a reward or recognition, due to qualities or actions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deserving
συγκριτικός βαθμός
more deserving
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
evaluation, merit, recognition
Παραδείγματα
His hard work made him deserving of the promotion.
Η σκληρή δουλειά του τον έκανε άξιο για την προαγωγή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
deservingness
undeserving
deserving
deserve



























