derelict
de
ˈdɛ
de
re
lict
lɪkt
likt

Ορισμός και σημασία του "derelict"στα αγγλικά

01

ναυάγιο, εγκαταλελειμμένο πλοίο

a ship abandoned on the high seas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
derelicts
02

άστεγος, αλήτης

a person without a home, job, or property 
01

εγκαταλελειμμένος, κατεστραμμένος

having a poor condition, often because of being abandoned or neglected for a long time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most derelict
συγκριτικός βαθμός
more derelict
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The derelict house had broken windows and a collapsing roof. 

Το εγκαταλειμμένο σπίτι είχε σπασμένα παράθυρα και μια στέγη που κατέρρεε.

02

αμελής, παρατημένος

neglectful toward obligations and duties 
Παραδείγματα
The manager’s derelict handling of the project led to its failure. 

Η αμελής διαχείριση του έργου από τον διευθυντή οδήγησε στην αποτυχία του.

03

εγκαταλελειμμένος, παρατημένος

forsaken by owner or inhabitants 
04

εγκαταλελειμμένος, κατεστραμμένος

worn and broken down by hard use 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store