Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Derelict
01
ναυάγιο, εγκαταλελειμμένο πλοίο
a ship abandoned on the high seas
02
άστεγος, αλήτης
a person without a home, job, or property
derelict
01
εγκαταλελειμμένος, κατεστραμμένος
having a poor condition, often because of being abandoned or neglected for a long time
Παραδείγματα
The park had become derelict due to years of neglect.
Το πάρκο είχε γίνει ερειπωμένο λόγω ετών παραμέλησης.
02
αμελής, παρατημένος
neglectful toward obligations and duties
Παραδείγματα
The company suffered losses due to the derelict policies of its previous leadership.
Η εταιρεία υπέστη απώλειες λόγω των αμελών πολιτικών της προηγούμενης ηγεσίας της.
03
εγκαταλελειμμένος, παρατημένος
forsaken by owner or inhabitants
04
εγκαταλελειμμένος, κατεστραμμένος
worn and broken down by hard use



























