Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Derelict
01
ναυάγιο, εγκαταλελειμμένο πλοίο
a ship abandoned on the high seas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
derelicts
02
άστεγος, αλήτης
a person without a home, job, or property
derelict
01
εγκαταλελειμμένος, κατεστραμμένος
having a poor condition, often because of being abandoned or neglected for a long time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most derelict
συγκριτικός βαθμός
more derelict
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The derelict house had broken windows and a collapsing roof.
Το εγκαταλειμμένο σπίτι είχε σπασμένα παράθυρα και μια στέγη που κατέρρεε.
02
αμελής, παρατημένος
neglectful toward obligations and duties
Παραδείγματα
The manager’s derelict handling of the project led to its failure.
Η αμελής διαχείριση του έργου από τον διευθυντή οδήγησε στην αποτυχία του.
03
εγκαταλελειμμένος, παρατημένος
forsaken by owner or inhabitants
04
εγκαταλελειμμένος, κατεστραμμένος
worn and broken down by hard use



























