depressive
dep
ˈdɪp
dip
re
re
ssive
sɪv
siv
degressive

Ορισμός και σημασία του "depressive"στα αγγλικά

depressive
01

καταθλιπτικός, μελαγχολικός

making someone feel deeply sad or emotionally down 
depressive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most depressive
συγκριτικός βαθμός
more depressive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The rainy weather had a depressive effect on her mood. 

Ο βροχερός καιρός είχε καταθλιπτική επίδραση στη διάθεσή της.

02

καταθλιπτικός, μελαγχολικός

connected to a mood disorder marked by persistent sadness, hopelessness, and a lack of interest in daily activities 
Παραδείγματα
His depressive symptoms made it difficult for him to enjoy social interactions. 

Τα καταθλιπτικά του συμπτώματα του έκαναν δύσκολο να απολαμβάνει τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.

01

καταθλιπτικός, άτομο επιρρεπές σε κατάθλιψη

a person experiencing or prone to depression 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
depressives
Παραδείγματα
He is a depressive, frequently struggling with low spirits. 

Είναι ένας καταθλιπτικός, που συχνά παλεύει με τη χαμηλή ψυχολογία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store