Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
depressive
01
καταθλιπτικός, μελαγχολικός
making someone feel deeply sad or emotionally down
Παραδείγματα
Rainy, grey days can feel especially depressive in the winter.
Οι βροχερές, γκρίζες μέρες μπορεί να φαίνονται ιδιαίτερα καταθλιπτικές το χειμώνα.
02
καταθλιπτικός, μελαγχολικός
connected to a mood disorder marked by persistent sadness, hopelessness, and a lack of interest in daily activities
Παραδείγματα
The loss of a loved one triggered her depressive mood.
Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου πυροδότησε την καταθλιπτική της διάθεση.
Depressive
01
καταθλιπτικός, άτομο επιρρεπές σε κατάθλιψη
a person experiencing or prone to depression
Παραδείγματα
The depressive avoided social events due to feelings of isolation.
Ο καταθλιπτικός απέφευγε τις κοινωνικές εκδηλώσεις λόγω αισθημάτων απομόνωσης.
Λεξικό Δέντρο
depressive
depress



























