Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deprivation
01
στέρηση, έλλειψη
the state in which one cannot satisfy their basic human needs
Παραδείγματα
The long-term deprivation of food and water led to serious health issues.
Η μακροχρόνια στέρηση τροφής και νερού οδήγησε σε σοβαρά προβλήματα υγείας.
02
στέρηση
the action of denying someone access to essential needs like food, money, or legal rights
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deprivations
Παραδείγματα
The relief organization delivered provisions to the disaster-stricken area to help the affected families.
Ο οργανισμός ανακούφισης παρέδωσε προμήθειες στην περιοχή που επλήγη από την καταστροφή για να βοηθήσει τις οικογένειες που επηρεάστηκαν από στέρηση.
03
στέρηση, έλλειψη
the disadvantage that results from losing something
Λεξικό Δέντρο
deprivation
deprive



























