Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dependent
01
εξαρτώμενος, εξαρτημένος
unable to survive, succeed, or stay healthy without someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dependent
συγκριτικός βαθμός
more dependent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The success of the project was highly dependent on the team's ability to collaborate effectively.
Η επιτυχία του έργου ήταν πολύ εξαρτημένη από την ικανότητα της ομάδας να συνεργάζεται αποτελεσματικά.
Παραδείγματα
He became dependent on painkillers after his surgery.
Έγινε εξαρτημένος από τα παυσίπονα μετά την εγχείρισή του.
03
εξαρτώμενος, υποθετικός
determined by or needing something else
Dialect
American
Παραδείγματα
The success of the project is dependent on the team's ability to work together efficiently.
Η επιτυχία του έργου εξαρτάται από την ικανότητα της ομάδας να συνεργάζεται αποτελεσματικά.
04
εξαρτημένος, δευτερεύων
(grammar) characterizing a clause that relies on additional elements, incapable of standing solo as a full sentence in its structure
Παραδείγματα
A dependent clause cannot stand alone as a complete sentence.
Μια εξαρτημένη πρόταση δεν μπορεί να σταθεί μόνη της ως πλήρης πρόταση.
05
εξαρτώμενος, υποτελής
being under the power or sovereignty of another or others
06
κρεμαστός, κρεμασμένος
held from above and hanging down
Dependent
01
εξαρτώμενος, επιδοτούμενος
a person who relies on another person for support (especially financial support)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dependents
Λεξικό Δέντρο
independent
dependent
depend



























