hooked
hooked
hʊkt
hookt
hoopedhoofedhoovedhooded

Ορισμός και σημασία του "hooked"στα αγγλικά

01

καμπύλος, αγκιστρωτός

curved downwards or sharply bent 
hooked definition and meaning
Παραδείγματα
The falcon's talons were sharp and hooked, perfectly adapted for catching prey. 

Τα νύχια του γερακιού ήταν κοφτερά και αγκιστρωτά, τέλεια προσαρμοσμένα για να πιάνουν θηράματα.

02

εθισμένος, εξαρτημένος

addicted to something, particularly to narcotic drugs 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hooked
συγκριτικός βαθμός
more hooked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He got hooked on painkillers after his injury. 

Εξαρτήθηκε από τα παυσίπονα μετά τον τραυματισμό του.

03

αγκιστρωτός, πιασμένος

having or resembling a hook (especially in the ability to grasp and hold) 
04

εθισμένος, ενθουσιασμένος

addicted or extremely enthusiastic about something 
Παραδείγματα
She got hooked on the TV series and finished the entire season in one weekend. 

Κολλήθηκε με τη τηλεοπτική σειρά και τελείωσε ολόκληρη τη σεζόν σε ένα σαββατοκύριακο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store