hooliganism
hoo
ˈhu
χου
li
λι
ga
γκα
ni
ˌnɪ
νι
sm
zəm
ζαμ
/hˈuːlɪɡənˌɪzəm/

Ορισμός και σημασία του "hooliganism"στα αγγλικά

01

χουλιγκανισμός, βανδαλισμός

willful wanton and malicious destruction of the property of others
hooliganism definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

hooliganism
hooligan
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store