Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hooker
01
πόρνη, κορίτσι του δρόμου
a prostitute who attracts customers by walking the streets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
hookers
αρσενικό ενικό
male prostitute
θηλυκό ενικό
hooker
neutral form
sex worker
02
χουκέρ, παίκτης της πρώτης γραμμής που χρησιμοποιεί τα πόδια του για να κερδίσει την μπάλα
a rugby player in the front row of the scrum who uses their feet to hook the ball back to their team
Παραδείγματα
The hooker expertly won the ball in the scrum.
Ο χουκέρ κέρδισε επιδέξια την μπάλα στο scrum.
03
ένας γκόλφερ που συχνά χτυπάει σουτ που καμπυλώνουν απότομα προς τα αριστερά για δεξιόχειρες παίκτες ή προς τα δεξιά για αριστερόχειρες, ένας παίκτης γκολφ που συχνά εκτελεί χτυπήματα που λυγίζουν έντονα προς τα αριστερά για δεξιόχειρες ή προς τα δεξιά για αριστερόχειρες
a golfer who often hits shots that curve sharply to the left for right-handed players or to the right for left-handed players
Παραδείγματα
At the driving range, the hooker practiced hitting straighter shots.
Στο driving range, ο hooker εξασκήθηκε στο να χτυπά πιο ευθείες βολές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hooker
hook



























