hooped
hooped
hupt
hoopt
hookedhoofedhoovedhooded

Ορισμός και σημασία του "hooped"στα αγγλικά

01

παγιδευμένος, σε δύσκολη θέση

(Western Canadian) trapped in a difficult or nearly impossible situation 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hooped
συγκριτικός βαθμός
more hooped
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He's hooped after missing that deadline. 

Είναι σε δύσκολη θέση μετά την απώλεια αυτής της προθεσμίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store