hooped
Pronunciation
/hˈuːpt/

Ορισμός και σημασία του "hooped"στα αγγλικά

01

παγιδευμένος, σε δύσκολη θέση

(Western Canadian) trapped in a difficult or nearly impossible situation
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hooped
συγκριτικός βαθμός
more hooped
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
We're hooped if it keeps raining like this.
Είμαστε παγιδευμένοι αν συνεχίσει να βρέχει έτσι.

Λεξικό Δέντρο

hooped
hoop
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store