Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dependable
01
αξιόπιστος, εύπιστος
able to be relied on to do what is needed or asked of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dependable
συγκριτικός βαθμός
more dependable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dependable teacher provides consistent support and guidance to students.
Ο αξιόπιστος δάσκαλος παρέχει σταθερή υποστήριξη και καθοδήγηση στους μαθητές.
02
αξιόπιστος, έμπιστος
utter or do something surprising
03
αξιόπιστος, άξιος εμπιστοσύνης
worthy of being depended on
04
αξιόπιστος, ασφαλής
financially safe
05
αξιόπιστος, εύπιστος
consistent in performance or behavior
Λεξικό Δέντρο
dependability
dependableness
dependably
dependable
depend



























