Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to depend
01
εξαρτώμαι, βασίζομαι σε
to be based on or related with different things that are possible
Transitive: to depend on sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
depend
γ΄ ενικό πρόσωπο
depends
ενεστώτα μετοχή
depending
απλός αόριστος
depended
παθητική μετοχή
depended
Παραδείγματα
The success of the project depends heavily on effective communication among team members.
Η επιτυχία του έργου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αποτελεσματική επικοινωνία μεταξύ των μελών της ομάδας.
02
βασίζομαι σε, εμπιστεύομαι
to place trust or reliance on someone or something
Transitive: to depend on sb
Παραδείγματα
I can depend on my best friend to provide a listening ear during challenging times.
Μπορώ να βασίζομαι στον καλύτερό μου φίλο για να ακούει σε δύσκολες στιγμές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dependable
dependance
dependant
depend



























