Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to depend
01
εξαρτώμαι, βασίζομαι σε
to be based on or related with different things that are possible
Transitive: to depend on sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
depend
γ΄ ενικό πρόσωπο
depends
ενεστώτα μετοχή
depending
απλός αόριστος
depended
παθητική μετοχή
depended
Παραδείγματα
In team sports, victory often depends on the coordination and synergy among players.
Στα ομαδικά αθλήματα, η νίκη συχνά εξαρτάται από τον συντονισμό και τη συνεργία μεταξύ των παικτών.
02
βασίζομαι σε, εμπιστεύομαι
to place trust or reliance on someone or something
Transitive: to depend on sb
Παραδείγματα
Families often depend on each other for emotional support and understanding.
Οι οικογένειες συχνά βασίζονται η μία στην άλλη για συναισθηματική υποστήριξη και κατανόηση.
Λεξικό Δέντρο
dependable
dependance
dependant
depend



























