Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to delineate
01
οριοθετώ, περιγράφω λεπτομερώς
to give an explanation in detail and with precision
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
delineate
γ΄ ενικό πρόσωπο
delineates
ενεστώτα μετοχή
delineating
απλός αόριστος
delineated
παθητική μετοχή
delineated
Παραδείγματα
The teacher will delineate the rules of the experiment for the students.
Ο δάσκαλος θα περιγράψει τους κανόνες του πειράματος για τους μαθητές.
02
σχεδιάζω, περιγράφω
to draw or trace lines on a surface
Παραδείγματα
In the drawing class, students were taught how to delineate shadows to add depth to their sketches.
Στο μάθημα σχεδίου, οι μαθητές διδάχτηκαν πώς να σχεδιάζουν σκιές για να προσθέσουν βάθος στα σκίτσα τους.
03
σχεδιάζω, περιγράφω
trace the shape of
04
οριοθετώ, ορίζω
determine the essential quality of
05
περιγράφω, δείχνω τη μορφή ή το περίγραμμα
show the form or outline of
delineate
01
οριοθετημένος, ακριβώς αναπαρασταμένος
represented accurately or precisely
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most delineate
συγκριτικός βαθμός
more delineate
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
delineated
delineative
delineate



























