delinquent
de
di
linq
ˈlɪnk
link
uent
wənt
vēnt
clinquant

Ορισμός και σημασία του "delinquent"στα αγγλικά

01

παραβάτης, αλήτης

a person, typically young, who regularly engages in illegal or immoral behavior 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
delinquents
Παραδείγματα
The police were called after the delinquent vandalized the park. 

Η αστυνομία κλήθηκε αφού ο παραβάτης βανδάλισε το πάρκο.

delinquent
01

εκπρόθεσμος, απλήρωτος

past due; not paid at the scheduled time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most delinquent
συγκριτικός βαθμός
more delinquent
διαβαθμίσιμο
02

παραβατικός, ένοχος αδικήματος

guilty of a misdeed 
03

αμελής, παραβατικός

failing in what duty requires 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store