delightfulness
Pronunciation
/dɪlˈaɪtfəlnəs/

Ορισμός και σημασία του "delightfulness"στα αγγλικά

Delightfulness
01

απολαυστικότητα, γοητεία

the quality of being charming, pleasing, or capable of bringing joy and happiness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

delightfulness
delightful
delight
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store