Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
delighted
01
ευτυχισμένος, χαρούμενος
filled with great pleasure or joy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most delighted
συγκριτικός βαθμός
more delighted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bride and groom felt delighted by the warm wishes from their guests.
Η νύφη και ο γαμπρός αισθάνθηκαν ευτυχισμένοι από τις θερμές ευχές των καλεσμένων τους.
Λεξικό Δέντρο
delightedly
delighted
delight



























