delighted
de
ντι
ligh
ˈlaɪ
λαι
ted
təd
ταντ
/dɪlˈa‍ɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "delighted"στα αγγλικά

01

ευτυχισμένος, χαρούμενος

filled with great pleasure or joy
delighted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most delighted
συγκριτικός βαθμός
more delighted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bride and groom felt delighted by the warm wishes from their guests.
Η νύφη και ο γαμπρός αισθάνθηκαν ευτυχισμένοι από τις θερμές ευχές των καλεσμένων τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store