delighted
de
di
ligh
ˈlaɪ
lai
ted
tɪd
tid
delimited

Ορισμός και σημασία του "delighted"στα αγγλικά

01

ευτυχισμένος, χαρούμενος

filled with great pleasure or joy 
delighted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most delighted
συγκριτικός βαθμός
more delighted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, reaction, experience
Παραδείγματα
The delighted laughter of the children echoed through the playground. 

Το ευτυχισμένο γέλιο των παιδιών ηχούσε στην παιδική χαρά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

delightedly
delighted
delight
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store