Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Delight
01
χαρά, απόλαυση
a feeling of great pleasure or joy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
delights
Παραδείγματα
The children’s laughter filled the house with delight.
Το γέλιο των παιδιών γέμισε το σπίτι με χαρά.
02
χαρά, ευχαρίστηση
a person or thing that brings great happiness or joy
Παραδείγματα
The baby is an absolute delight to everyone around her.
Το μωρό είναι μια απόλυτη ευχαρίστηση για όλους γύρω της.
to delight
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
delight
γ΄ ενικό πρόσωπο
delights
ενεστώτα μετοχή
delighting
απλός αόριστος
delighted
παθητική μετοχή
delighted
Παραδείγματα
The surprise party delighted her on her birthday.
Το πάρτι έκπληξη την ευφράνθηκε στα γενέθλιά της.
02
απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι
to experience deep joy or satisfaction from something
Intransitive: to delight in sth
Παραδείγματα
She delights in the beauty of nature during her morning walks.
Αυτή χαίρεται την ομορφιά της φύσης κατά τις πρωινές της βόλτες.
Λεξικό Δέντρο
delightful
delight



























