Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
delicious
01
νόστιμος, γευστικός
having a very pleasant flavor
Παραδείγματα
The grilled fish was perfectly seasoned and tasted delicious.
Το ψητό ψάρι ήταν τέλεια καρυκευμένο και είχε νόστιμη γεύση.
Παραδείγματα
The book was full of delicious details that kept readers hooked.
Το βιβλίο ήταν γεμάτο νόστιμες λεπτομέρειες που κρατούσαν τους αναγνώστες αγκιστρωμένους.
Λεξικό Δέντρο
deliciously
deliciousness
delicious



























