delicacy
de
ˈdɛ
de
li
li
ca
cy
si
si
delegacy

Ορισμός και σημασία του "delicacy"στα αγγλικά

01

λεπτότητα, καλλιέργεια

the quality of being beautiful and delicate in appearance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

λεπτότητα, λιχουδιά

a rare or expensive food item that is considered particularly desirable or unique 
03

λεπτότητα, επιδεξιότητα

subtly skillful handling of a situation 
04

ευθραυστότητα, αδυναμία

lack of physical strength 
05

μικρότητα, λεπτότητα

smallness of stature 
06

λεπτότητα, ελαφρότητα

lightness in movement or manner 
07

λεπτότητα, τακτ

refined taste; tact 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store