Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Delicacy
01
λεπτότητα, καλλιέργεια
the quality of being beautiful and delicate in appearance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
λεπτότητα, λιχουδιά
a rare or expensive food item that is considered particularly desirable or unique
03
λεπτότητα, επιδεξιότητα
subtly skillful handling of a situation
04
ευθραυστότητα, αδυναμία
lack of physical strength
05
μικρότητα, λεπτότητα
smallness of stature
06
λεπτότητα, ελαφρότητα
lightness in movement or manner
07
λεπτότητα, τακτ
refined taste; tact
Λεξικό Δέντρο
indelicacy
delicacy
delic



























