dejection
de
di
jec
ˈʤɛk
jek
tion
ʃən
shēn
depictiondecoctiondefectiondeflection

Ορισμός και σημασία του "dejection"στα αγγλικά

01

κατήφεια, θλίψη

a state of low spirits, sadness, or melancholy 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dejections
Παραδείγματα
The loss in the final match was evident in the players' faces, displaying a collective sense of dejection. 

Η ήττα στον τελικό ήταν εμφανής στα πρόσωπα των παικτών, που έδειχναν μια συλλογική αίσθηση απογοήτευσης.

02

κόπρανα, περιττώματα

a solid waste product expelled from the intestines 
Παραδείγματα
The patient's dejection was collected for laboratory analysis. 

Οι εκκρίσεις του ασθενούς συλλέχθηκαν για εργαστηριακή ανάλυση.

Λεξικό Δέντρο

dejection
deject
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store