to deject
de
di
ject
ˈʤɛkt
jekt
defectdetect

Ορισμός και σημασία του "deject"στα αγγλικά

to deject
01

αποθαρρύνω, θλίβω

to make someone feel disheartened or low in spirits 
Transitive: to deject sb
to deject definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deject
γ΄ ενικό πρόσωπο
dejects
ενεστώτα μετοχή
dejecting
απλός αόριστος
dejected
παθητική μετοχή
dejected
Παραδείγματα
His failure in the exam dejected him. 

Η αποτυχία του στις εξετάσεις τον αποθάρρυνε.

Λεξικό Δέντρο

dejected
dejection
deject
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store