Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deject
01
αποθαρρύνω, θλίβω
to make someone feel disheartened or low in spirits
Transitive: to deject sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deject
γ΄ ενικό πρόσωπο
dejects
ενεστώτα μετοχή
dejecting
απλός αόριστος
dejected
παθητική μετοχή
dejected
Παραδείγματα
His failure in the exam dejected him.
Η αποτυχία του στις εξετάσεις τον αποθάρρυνε.



























