Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deign
01
καταδέχομαι, παραχωρώ
to do something in a reluctant and condescending manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deign
γ΄ ενικό πρόσωπο
deigns
ενεστώτα μετοχή
deigning
απλός αόριστος
deigned
παθητική μετοχή
deigned
Παραδείγματα
She deigned to acknowledge his greeting with a nod.
Αυτή κατανεύει να αναγνωρίσει το χαιρετισμό του με ένα νεύμα.



























