Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deign
01
καταδέχομαι, παραχωρώ
to do something in a reluctant and condescending manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deign
γ΄ ενικό πρόσωπο
deigns
ενεστώτα μετοχή
deigning
απλός αόριστος
deigned
παθητική μετοχή
deigned
Παραδείγματα
They were surprised when she deigned to join their simple gathering.
Έμειναν έκπληκτοι όταν κατανίκησε να συμμετάσχει στη απλή τους συνάντηση.



























