to defray
de
di:
di
fray
freɪ
frei
fiancehoorayflambesleigh

Ορισμός και σημασία του "defray"στα αγγλικά

to defray
01

αποζημιώνω, καλύπτω

to make up for the expense or cost of something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
defray
γ΄ ενικό πρόσωπο
defrays
ενεστώτα μετοχή
defraying
απλός αόριστος
defrayed
παθητική μετοχή
defrayed
Παραδείγματα
The scholarship defrays a large portion of her college tuition each year. 

Η υποτροφία καλύπτει ένα μεγάλο μέρος των δίδακτρα του κολεγίου της κάθε χρόνο.

Λεξικό Δέντρο

defrayment
defray
fray
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store