Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to defray
01
αποζημιώνω, καλύπτω
to make up for the expense or cost of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
defray
γ΄ ενικό πρόσωπο
defrays
ενεστώτα μετοχή
defraying
απλός αόριστος
defrayed
παθητική μετοχή
defrayed
Παραδείγματα
The organization will defray the costs of your participation in the program.
Ο οργανισμός θα καλύψει το κόστος της συμμετοχής σας στο πρόγραμμα.



























