Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deed
01
πράξη, δράση
an action or behavior that someone does
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deeds
Παραδείγματα
He reflected on his past deeds and their consequences.
Σκέφτηκε τις προηγούμενες πράξεις του και τις συνέπειές τους.
Παραδείγματα
In the event of a dispute over property ownership, the deed serves as primary evidence of legal title and can be used to resolve conflicts through the legal system.
Σε περίπτωση διαφοράς σχετικά με την ιδιοκτησία ακινήτου, η πράξη χρησιμεύει ως κύρια απόδειξη του νόμιμου τίτλου και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επίλυση διαφορών μέσω του νομικού συστήματος.
Λεξικό Δέντρο
misdeed
deed



























