Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deed
01
πράξη, δράση
an action or behavior that someone does
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
deeds
Παραδείγματα
His heroic deed saved several lives during the disaster.
Η ηρωική του πράξη έσωσε αρκετές ζωές κατά τη διάρκεια της καταστροφής.
Παραδείγματα
The deed to the house was carefully stored in a safe deposit box, serving as evidence of the homeowner's legal ownership.
Η πράξη του σπιτιού φυλάχθηκε προσεκτικά σε ένα χρηματοκιβώτιο, χρησιμεύοντας ως απόδειξη της νόμιμης κυριότητας του ιδιοκτήτη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
misdeed
deed



























