Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to decry
01
καταδικάζω, κριτικάρω
to openly express one's extreme disapproval or criticism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
decry
γ΄ ενικό πρόσωπο
decries
ενεστώτα μετοχή
decrying
απλός αόριστος
decried
παθητική μετοχή
decried
Παραδείγματα
For years, she had decried the corruption within the local government.
Για χρόνια, είχε καταδικάσει τη διαφθορά εντός της τοπικής κυβέρνησης.



























