to decry
dec
ˈdɪk
dik
ry
raɪ
rai
decoydecaydearydescry

Ορισμός και σημασία του "decry"στα αγγλικά

to decry
01

καταδικάζω, κριτικάρω

to openly express one's extreme disapproval or criticism 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
decry
γ΄ ενικό πρόσωπο
decries
ενεστώτα μετοχή
decrying
απλός αόριστος
decried
παθητική μετοχή
decried
Παραδείγματα
The activist decried the new policy as harmful to the community. 

Ο ακτιβιστής κατήγγειλε τη νέα πολιτική ως επιβλαβή για την κοινότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store