Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to decry
01
καταδικάζω, κριτικάρω
to openly express one's extreme disapproval or criticism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
decry
γ΄ ενικό πρόσωπο
decries
ενεστώτα μετοχή
decrying
απλός αόριστος
decried
παθητική μετοχή
decried
Παραδείγματα
The activist decried the new policy as harmful to the community.
Ο ακτιβιστής κατήγγειλε τη νέα πολιτική ως επιβλαβή για την κοινότητα.



























