Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
decayed
01
σαθρός, αποσυντεθειμένος
rotten or decomposed, having broken down over time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most decayed
συγκριτικός βαθμός
more decayed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The decayed remains of the old boat were sinking into the mud.
Τα σαπίσματα του παλιού σκάφους βυθίζονταν στη λάσπη.
Λεξικό Δέντρο
decayed
decay



























